かいかさねる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προχωρώ (για αγώνα μπέιζμπολ)
  2. 02 επαναλαμβάνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
回を重ねる
Παρόν (ευγενικό)
回を重ねます
Άρνηση (απλή)
回を重ねない
Άρνηση (ευγενική)
回を重ねません
Παρελθόν (απλό)
回を重ねた
Παρελθόν (ευγενικό)
回を重ねました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
回を重ねなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
回を重ねませんでした
Τε-μορφή
回を重ねて
Δυνητική
回を重ねられる
Προστακτική
回を重ねろ
Βουλητική
回を重ねよう
Υποθετική (ば)
回を重ねれば