かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαβιβάζω, παραπέμπω, προωθώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
回付する
Παρόν (ευγενικό)
回付します
Άρνηση (απλή)
回付しない
Άρνηση (ευγενική)
回付しません
Παρελθόν (απλό)
回付した
Παρελθόν (ευγενικό)
回付しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
回付しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
回付しませんでした
Τε-μορφή
回付して
Δυνητική
回付できる
Προστακτική
回付しろ
Βουλητική
回付しよう
Υποθετική (ば)
回付すれば