かいそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάκληση, αναδρομή, στοχασμός, αναπόληση

Παραδείγματα

  • 回想かいそうします

    Αναπολώ.

  • むかし出来事できごと回想かいそうする

    Αναπολώ παλιά γεγονότα.

  • 故郷こきょうでのしあわせな日々ひび回想かいそうし、こころあたたかくなった。

    Αναπόλησα τις ευτυχισμένες μέρες στην πατρίδα μου και ζεστάθηκα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
回想する
Παρόν (ευγενικό)
回想します
Άρνηση (απλή)
回想しない
Άρνηση (ευγενική)
回想しません
Παρελθόν (απλό)
回想した
Παρελθόν (ευγενικό)
回想しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
回想しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
回想しませんでした
Τε-μορφή
回想して
Δυνητική
回想できる
Προστακτική
回想しろ
Βουλητική
回想しよう
Υποθετική (ば)
回想すれば