かいせい

ουσιαστικό, ρήμα, επίθημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάσταση, ανάνηψη, επαναφορά στη ζωή
  2. 02 αναγέννηση
  3. 03 επίθημα φοιτητής ν-οστού έτους

Κλίση

Παρόν (απλό)
回生する
Παρόν (ευγενικό)
回生します
Άρνηση (απλή)
回生しない
Άρνηση (ευγενική)
回生しません
Παρελθόν (απλό)
回生した
Παρελθόν (ευγενικό)
回生しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
回生しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
回生しませんでした
Τε-μορφή
回生して
Δυνητική
回生できる
Προστακτική
回生しろ
Βουλητική
回生しよう
Υποθετική (ば)
回生すれば