回かい転てん

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιστροφή, στροφή, γύρισμα
  2. 02 λειτουργία (π.χ. του μυαλού), λειτουργία
  3. 03 κύκλος εργασιών (αγαθών, κεφαλαίων κ.λπ.), τζίρος, κυκλοφορία, ροή (πελατών)
  4. 04 περιστροφή, στροβιλισμός
  5. 05 συντομογραφία σλάλομ

Παραδείγματα

  • 地球ちきゅうは回転かいてんします。

    Η Γη περιστρέφεται.

  • 洗濯機せんたくきのドラムが速はやい回転かいてんで回まわっています。

    Ο κάδος του πλυντηρίου γυρίζει με μεγάλη ταχύτητα.

  • 彼かれは頭あたまの回転かいてんが速はやいので、どんな問題もんだいでもすぐに解決かいけつできる。

    Είναι πολύ σπιρτόζος, οπότε μπορεί να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα αμέσως.

Κλίση

Παρόν (απλό)
回転する
Παρόν (ευγενικό)
回転します
Άρνηση (απλή)
回転しない
Άρνηση (ευγενική)
回転しません
Παρελθόν (απλό)
回転した
Παρελθόν (ευγενικό)
回転しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
回転しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
回転しませんでした
Τε-μορφή
回転して
Δυνητική
回転できる
Προστακτική
回転しろ
Βουλητική
回転しよう
Υποθετική (ば)
回転すれば