かいそう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προώθηση, ανακατεύθυνση (π.χ. αλληλογραφίας)
  2. 02 κενή διαδρομή (π.χ. τρένου), επιστροφή (τρένου) στον σταθμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
回送する
Παρόν (ευγενικό)
回送します
Άρνηση (απλή)
回送しない
Άρνηση (ευγενική)
回送しません
Παρελθόν (απλό)
回送した
Παρελθόν (ευγενικό)
回送しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
回送しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
回送しませんでした
Τε-μορφή
回送して
Δυνητική
回送できる
Προστακτική
回送しろ
Βουλητική
回送しよう
Υποθετική (ば)
回送すれば