かいとう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλλαγή πορείας (πλοίου ή αεροσκάφους), στροφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
回頭する
Παρόν (ευγενικό)
回頭します
Άρνηση (απλή)
回頭しない
Άρνηση (ευγενική)
回頭しません
Παρελθόν (απλό)
回頭した
Παρελθόν (ευγενικό)
回頭しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
回頭しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
回頭しませんでした
Τε-μορφή
回頭して
Δυνητική
回頭できる
Προστακτική
回頭しろ
Βουλητική
回頭しよう
Υποθετική (ば)
回頭すれば