ちな

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνδέομαι (με), έχω σχέση (με)

Κλίση

Παρόν (απλό)
因む
Παρόν (ευγενικό)
因みます
Άρνηση (απλή)
因まない
Άρνηση (ευγενική)
因みません
Παρελθόν (απλό)
因んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
因みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
因まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
因みませんでした
Τε-μορφή
因んで
Δυνητική
因める
Προστακτική
因め
Βουλητική
因もう
Υποθετική (ば)
因めば