だんらん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκέντρωση σε κύκλο, ευτυχισμένη συντροφιά, αρμονία

Κλίση

Παρόν (απλό)
団欒する
Παρόν (ευγενικό)
団欒します
Άρνηση (απλή)
団欒しない
Άρνηση (ευγενική)
団欒しません
Παρελθόν (απλό)
団欒した
Παρελθόν (ευγενικό)
団欒しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
団欒しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
団欒しませんでした
Τε-μορφή
団欒して
Δυνητική
団欒できる
Προστακτική
団欒しろ
Βουλητική
団欒しよう
Υποθετική (ば)
団欒すれば