だんけつ

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενότητα, ένωση, αλληλεγγύη, συσπείρωση, συνεργασία

Παραδείγματα

  • 団結だんけつ大切たいせつです。

    Η ενότητα είναι σημαντική.

  • わたしたちは目標もくひょうのために団結だんけつしました

    Ενωθήκαμε για τον στόχο μας.

  • どんな困難こんなんも、チームが団結だんけつすればえられます。

    Αν η ομάδα είναι ενωμένη, μπορούμε να ξεπεράσουμε οποιαδήποτε δυσκολία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
団結する
Παρόν (ευγενικό)
団結します
Άρνηση (απλή)
団結しない
Άρνηση (ευγενική)
団結しません
Παρελθόν (απλό)
団結した
Παρελθόν (ευγενικό)
団結しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
団結しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
団結しませんでした
Τε-μορφή
団結して
Δυνητική
団結できる
Προστακτική
団結しろ
Βουλητική
団結しよう
Υποθετική (ば)
団結すれば