かこ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περικλείω, περιφράσσω, εγκλείω σε μάντρα, περιορίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
囲い込む
Παρόν (ευγενικό)
囲い込みます
Άρνηση (απλή)
囲い込まない
Άρνηση (ευγενική)
囲い込みません
Παρελθόν (απλό)
囲い込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
囲い込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
囲い込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
囲い込みませんでした
Τε-μορφή
囲い込んで
Δυνητική
囲い込める
Προστακτική
囲い込め
Βουλητική
囲い込もう
Υποθετική (ば)
囲い込めば