ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποτύπωση (χαρτών), χαρτογράφηση, κατάρτιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
図化する
Παρόν (ευγενικό)
図化します
Άρνηση (απλή)
図化しない
Άρνηση (ευγενική)
図化しません
Παρελθόν (απλό)
図化した
Παρελθόν (ευγενικό)
図化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
図化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
図化しませんでした
Τε-μορφή
図化して
Δυνητική
図化できる
Προστακτική
図化しろ
Βουλητική
図化しよう
Υποθετική (ば)
図化すれば