しつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμμονή σε μία άποψη, θεωρία ή πεποίθηση, προσκόλληση, επιμονή, προσήλωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
固執する
Παρόν (ευγενικό)
固執します
Άρνηση (απλή)
固執しない
Άρνηση (ευγενική)
固執しません
Παρελθόν (απλό)
固執した
Παρελθόν (ευγενικό)
固執しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
固執しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
固執しませんでした
Τε-μορφή
固執して
Δυνητική
固執できる
Προστακτική
固執しろ
Βουλητική
固執しよう
Υποθετική (ば)
固執すれば