てい

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στερέωση, καθήλωση, αγκύρωση, ασφάλιση
  2. 02 καθορισμός (π.χ. μισθού, κεφαλαίου), σταθεροποίηση, διατήρηση σταθερού
  3. 03 μονιμοποίηση (ιστολογίας)
  4. 04 διαδικτυακή αργκό συντομογραφία σταθερός χρήστης, χρήστης με όνομα (σε διαδικτυακό φόρουμ με ανώνυμους χρήστες)
  5. 05 διαδικτυακή αργκό συντομογραφία χρήστης με ψευδώνυμο, χρήστης με αναγνωρίσιμο όνομα (αντί για ανώνυμη ανάρτηση)

Παραδείγματα

  • 椅子いす固定こていしました

    Έφτιαξα την καρέκλα να μην κουνιέται.

  • カメラを三脚さんきゃく固定こていして写真しゃしんりました。

    Στερέωσα την κάμερα στο τρίποδο και έβγαλα φωτογραφίες.

  • かれ給与きゅうよは、業績ぎょうせきにかかわらず毎月まいつき固定こていされています。

    Ο μισθός του είναι σταθερός κάθε μήνα, ανεξάρτητα από την απόδοσή του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
固定する
Παρόν (ευγενικό)
固定します
Άρνηση (απλή)
固定しない
Άρνηση (ευγενική)
固定しません
Παρελθόν (απλό)
固定した
Παρελθόν (ευγενικό)
固定しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
固定しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
固定しませんでした
Τε-μορφή
固定して
Δυνητική
固定できる
Προστακτική
固定しろ
Βουλητική
固定しよう
Υποθετική (ば)
固定すれば