かたえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίρνω ένα μέτριο βάρος σε μυϊκή μάζα, παίρνω υγιές βάρος (π.χ. από μυϊκή ανάπτυξη), αποκτώ λίγα παραπάνω κιλά χωρίς να φτάνω σε στάδιο παχυσαρκίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
固肥える
Παρόν (ευγενικό)
固肥えます
Άρνηση (απλή)
固肥えない
Άρνηση (ευγενική)
固肥えません
Παρελθόν (απλό)
固肥えた
Παρελθόν (ευγενικό)
固肥えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
固肥えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
固肥えませんでした
Τε-μορφή
固肥えて
Δυνητική
固肥えられる
Προστακτική
固肥えろ
Βουλητική
固肥えよう
Υποθετική (ば)
固肥えれば