こっこうむす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνάπτω διπλωματικές σχέσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
国交を結ぶ
Παρόν (ευγενικό)
国交を結びます
Άρνηση (απλή)
国交を結ばない
Άρνηση (ευγενική)
国交を結びません
Παρελθόν (απλό)
国交を結んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
国交を結びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
国交を結ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
国交を結びませんでした
Τε-μορφή
国交を結んで
Δυνητική
国交を結べる
Προστακτική
国交を結べ
Βουλητική
国交を結ぼう
Υποθετική (ば)
国交を結べば