こっこうだんぜつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διακοπή διπλωματικών σχέσεων, ρήξη διπλωματικών σχέσεων

Κλίση

Παρόν (απλό)
国交断絶する
Παρόν (ευγενικό)
国交断絶します
Άρνηση (απλή)
国交断絶しない
Άρνηση (ευγενική)
国交断絶しません
Παρελθόν (απλό)
国交断絶した
Παρελθόν (ευγενικό)
国交断絶しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
国交断絶しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
国交断絶しませんでした
Τε-μορφή
国交断絶して
Δυνητική
国交断絶できる
Προστακτική
国交断絶しろ
Βουλητική
国交断絶しよう
Υποθετική (ば)
国交断絶すれば