国営化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κρατικοποίηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 国営化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 国営化します
- Άρνηση (απλή)
- 国営化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 国営化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 国営化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 国営化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 国営化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 国営化しませんでした
- Τε-μορφή
- 国営化して
- Δυνητική
- 国営化できる
- Προστακτική
- 国営化しろ
- Βουλητική
- 国営化しよう
- Υποθετική (ば)
- 国営化すれば
- Υποθετική (たら)
- 国営化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 国営化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 国営化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 国営化しなさい
- Παθητική
- 国営化される
- Αιτιατική
- 国営化させる