こっかかげる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υψώνω την εθνική σημαία

Κλίση

Παρόν (απλό)
国旗を掲げる
Παρόν (ευγενικό)
国旗を掲げます
Άρνηση (απλή)
国旗を掲げない
Άρνηση (ευγενική)
国旗を掲げません
Παρελθόν (απλό)
国旗を掲げた
Παρελθόν (ευγενικό)
国旗を掲げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
国旗を掲げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
国旗を掲げませんでした
Τε-μορφή
国旗を掲げて
Δυνητική
国旗を掲げられる
Προστακτική
国旗を掲げろ
Βουλητική
国旗を掲げよう
Υποθετική (ば)
国旗を掲げれば