こくさん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετάβαση στην εγχώρια παραγωγή, υποκατάσταση εισαγωγών

Κλίση

Παρόν (απλό)
国産化する
Παρόν (ευγενικό)
国産化します
Άρνηση (απλή)
国産化しない
Άρνηση (ευγενική)
国産化しません
Παρελθόν (απλό)
国産化した
Παρελθόν (ευγενικό)
国産化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
国産化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
国産化しませんでした
Τε-μορφή
国産化して
Δυνητική
国産化できる
Προστακτική
国産化しろ
Βουλητική
国産化しよう
Υποθετική (ば)
国産化すれば