土になる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πεθαίνω, γίνομαι χώμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 土になる
- Παρόν (ευγενικό)
- 土になります
- Άρνηση (απλή)
- 土にならない
- Άρνηση (ευγενική)
- 土になりません
- Παρελθόν (απλό)
- 土になった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 土になりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 土にならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 土になりませんでした
- Τε-μορφή
- 土になって
- Δυνητική
- 土になれる
- Προστακτική
- 土になれ
- Βουλητική
- 土になろう
- Υποθετική (ば)
- 土になれば
- Υποθετική (たら)
- 土になったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 土になりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 土になるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 土になりなさい
- Παθητική
- 土になられる
- Αιτιατική
- 土にならせる