つちづく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διατήρηση του εδάφους σε καλή κατάσταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
土作りする
Παρόν (ευγενικό)
土作りします
Άρνηση (απλή)
土作りしない
Άρνηση (ευγενική)
土作りしません
Παρελθόν (απλό)
土作りした
Παρελθόν (ευγενικό)
土作りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
土作りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
土作りしませんでした
Τε-μορφή
土作りして
Δυνητική
土作りできる
Προστακτική
土作りしろ
Βουλητική
土作りしよう
Υποθετική (ば)
土作りすれば