ちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιθαγένεια, εντοπιότητα, εγκατάσταση πληθυσμού
  2. 02 ντόπιος, ιθαγενής, αυτόχθων

Κλίση

Παρόν (απλό)
土着する
Παρόν (ευγενικό)
土着します
Άρνηση (απλή)
土着しない
Άρνηση (ευγενική)
土着しません
Παρελθόν (απλό)
土着した
Παρελθόν (ευγενικό)
土着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
土着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
土着しませんでした
Τε-μορφή
土着して
Δυνητική
土着できる
Προστακτική
土着しろ
Βουλητική
土着しよう
Υποθετική (ば)
土着すれば