つちくさ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 που μυρίζει χώμα, επαρχιώτικος

Κλίση

Παρόν (απλό)
土臭い
Παρόν (ευγενικό)
土臭いです
Άρνηση (απλή)
土臭くない
Άρνηση (ευγενική)
土臭くないです
Παρελθόν (απλό)
土臭かった
Παρελθόν (ευγενικό)
土臭かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
土臭くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
土臭くなかったです
Τε-μορφή
土臭くて
Υποθετική (ば)
土臭ければ