圧し掛かる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σκύβω πάνω από κάποιον, γέρνω πάνω σε κάποιον
- 02 πλακώνω, βαραίνω, καταβάλλω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 圧し掛かる
- Παρόν (ευγενικό)
- 圧し掛かります
- Άρνηση (απλή)
- 圧し掛からない
- Άρνηση (ευγενική)
- 圧し掛かりません
- Παρελθόν (απλό)
- 圧し掛かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 圧し掛かりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 圧し掛からなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 圧し掛かりませんでした
- Τε-μορφή
- 圧し掛かって
- Δυνητική
- 圧し掛かれる
- Προστακτική
- 圧し掛かれ
- Βουλητική
- 圧し掛かろう
- Υποθετική (ば)
- 圧し掛かれば
- Υποθετική (たら)
- 圧し掛かったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 圧し掛かりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 圧し掛かるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 圧し掛かりなさい
- Παθητική
- 圧し掛かられる
- Αιτιατική
- 圧し掛からせる