在らせられる
ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τιμητικό παρωχημένο υπάρχω, βρίσκομαι
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τιμητικό παρωχημένο υπάρχω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 在らせられる
- Παρόν (ευγενικό)
- 在らせられます
- Άρνηση (απλή)
- 在らせられない
- Άρνηση (ευγενική)
- 在らせられません
- Παρελθόν (απλό)
- 在らせられた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 在らせられました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 在らせられなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 在らせられませんでした
- Τε-μορφή
- 在らせられて
- Δυνητική
- 在らせられられる
- Προστακτική
- 在らせられろ
- Βουλητική
- 在らせられよう
- Υποθετική (ば)
- 在らせられれば
- Υποθετική (たら)
- 在らせられたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 在らせられたい
- Απαγορευτική (~な)
- 在らせられるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 在らせられなさい
- Παθητική
- 在らせられられる
- Αιτιατική
- 在らせられさせる