在京
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παραμονή στην πρωτεύουσα (δηλαδή το Τόκιο, ή παλαιότερα το Κιότο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 在京する
- Παρόν (ευγενικό)
- 在京します
- Άρνηση (απλή)
- 在京しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 在京しません
- Παρελθόν (απλό)
- 在京した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 在京しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 在京しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 在京しませんでした
- Τε-μορφή
- 在京して
- Δυνητική
- 在京できる
- Προστακτική
- 在京しろ
- Βουλητική
- 在京しよう
- Υποθετική (ば)
- 在京すれば
- Υποθετική (たら)
- 在京したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 在京したい
- Απαγορευτική (~な)
- 在京するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 在京しなさい
- Παθητική
- 在京される
- Αιτιατική
- 在京させる