ざい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βασιλεία, παραμονή στον θρόνο

Κλίση

Παρόν (απλό)
在位する
Παρόν (ευγενικό)
在位します
Άρνηση (απλή)
在位しない
Άρνηση (ευγενική)
在位しません
Παρελθόν (απλό)
在位した
Παρελθόν (ευγενικό)
在位しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
在位しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
在位しませんでした
Τε-μορφή
在位して
Δυνητική
在位できる
Προστακτική
在位しろ
Βουλητική
在位しよう
Υποθετική (ば)
在位すれば