ざいこく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραμονή στην ιδιαίτερη πατρίδα κάποιου
  2. 02 ιστορικό παραμονή στην περιοχή εξουσίας κάποιου (σε αντίθεση με την παραμονή στο Έντο, για έναν νταϊμιό ή τους υφισταμένους του)

Κλίση

Παρόν (απλό)
在国する
Παρόν (ευγενικό)
在国します
Άρνηση (απλή)
在国しない
Άρνηση (ευγενική)
在国しません
Παρελθόν (απλό)
在国した
Παρελθόν (ευγενικό)
在国しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
在国しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
在国しませんでした
Τε-μορφή
在国して
Δυνητική
在国できる
Προστακτική
在国しろ
Βουλητική
在国しよう
Υποθετική (ば)
在国すれば