ざいえん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φοίτηση σε νηπιαγωγείο ή παιδικό σταθμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
在園する
Παρόν (ευγενικό)
在園します
Άρνηση (απλή)
在園しない
Άρνηση (ευγενική)
在園しません
Παρελθόν (απλό)
在園した
Παρελθόν (ευγενικό)
在園しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
在園しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
在園しませんでした
Τε-μορφή
在園して
Δυνητική
在園できる
Προστακτική
在園しろ
Βουλητική
在園しよう
Υποθετική (ば)
在園すれば