ざいたく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραμονή στο σπίτι
  2. 02 κατ' οίκον παρουσία

Κλίση

Παρόν (απλό)
在宅する
Παρόν (ευγενικό)
在宅します
Άρνηση (απλή)
在宅しない
Άρνηση (ευγενική)
在宅しません
Παρελθόν (απλό)
在宅した
Παρελθόν (ευγενικό)
在宅しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
在宅しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
在宅しませんでした
Τε-μορφή
在宅して
Δυνητική
在宅できる
Προστακτική
在宅しろ
Βουλητική
在宅しよう
Υποθετική (ば)
在宅すれば