ざいせき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βρίσκομαι στο γραφείο μου (στην εργασία), είμαι παρών στην εργασία
  2. 02 κατέχω θέση (σε), εργάζομαι (σε, για)

Κλίση

Παρόν (απλό)
在席する
Παρόν (ευγενικό)
在席します
Άρνηση (απλή)
在席しない
Άρνηση (ευγενική)
在席しません
Παρελθόν (απλό)
在席した
Παρελθόν (ευγενικό)
在席しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
在席しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
在席しませんでした
Τε-μορφή
在席して
Δυνητική
在席できる
Προστακτική
在席しろ
Βουλητική
在席しよう
Υποθετική (ば)
在席すれば