在日
άλλο, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μόνιμος κάτοικος Ιαπωνίας (για αλλοδαπό), ευρισκόμενος στην Ιαπωνία (π.χ. για πρεσβεία)
- 02 συντομογραφία ευαίσθητο Ζαϊνίτσι, Κορεάτης της Ιαπωνίας, Βορειοκορεάτης ή Νοτιοκορεάτης υπήκοος με μόνιμη διαμονή στην Ιαπωνία (που ήρθε στη χώρα πριν από το 1945 ή απόγονος τέτοιου προσώπου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 在日する
- Παρόν (ευγενικό)
- 在日します
- Άρνηση (απλή)
- 在日しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 在日しません
- Παρελθόν (απλό)
- 在日した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 在日しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 在日しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 在日しませんでした
- Τε-μορφή
- 在日して
- Δυνητική
- 在日できる
- Προστακτική
- 在日しろ
- Βουλητική
- 在日しよう
- Υποθετική (ば)
- 在日すれば
- Υποθετική (たら)
- 在日したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 在日したい
- Απαγορευτική (~な)
- 在日するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 在日しなさい
- Παθητική
- 在日される
- Αιτιατική
- 在日させる