ざいちょう

ουσιαστικό, άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εργάζομαι στην αυτοκρατορική αυλή, απασχολούμαι στην κρατική υπηρεσία
  2. 02 ιστορικό διαμένω στην Κορέα, βρίσκομαι στην Κορέα

Κλίση

Παρόν (απλό)
在朝する
Παρόν (ευγενικό)
在朝します
Άρνηση (απλή)
在朝しない
Άρνηση (ευγενική)
在朝しません
Παρελθόν (απλό)
在朝した
Παρελθόν (ευγενικό)
在朝しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
在朝しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
在朝しませんでした
Τε-μορφή
在朝して
Δυνητική
在朝できる
Προστακτική
在朝しろ
Βουλητική
在朝しよう
Υποθετική (ば)
在朝すれば