ざいしゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρουσία στο γραφείο, εργασία στο γραφείο
  2. 02 απασχόληση σε εταιρεία, ιδιότητα υπαλλήλου

Κλίση

Παρόν (απλό)
在社する
Παρόν (ευγενικό)
在社します
Άρνηση (απλή)
在社しない
Άρνηση (ευγενική)
在社しません
Παρελθόν (απλό)
在社した
Παρελθόν (ευγενικό)
在社しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
在社しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
在社しませんでした
Τε-μορφή
在社して
Δυνητική
在社できる
Προστακτική
在社しろ
Βουλητική
在社しよう
Υποθετική (ば)
在社すれば