ざいごう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραμονή στην ιδιαίτερη πατρίδα κάποιου
  2. 02 επαρχία, ύπαιθρος, αγροτικές περιοχές

Κλίση

Παρόν (απλό)
在郷する
Παρόν (ευγενικό)
在郷します
Άρνηση (απλή)
在郷しない
Άρνηση (ευγενική)
在郷しません
Παρελθόν (απλό)
在郷した
Παρελθόν (ευγενικό)
在郷しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
在郷しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
在郷しませんでした
Τε-μορφή
在郷して
Δυνητική
在郷できる
Προστακτική
在郷しろ
Βουλητική
在郷しよう
Υποθετική (ば)
在郷すれば