ざいかん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραμονή σε πρεσβεία, ενυδρείο, μουσείο κ.λπ.
  2. 02 εγγραφή σε εκπαιδευτικό ίδρυμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
在館する
Παρόν (ευγενικό)
在館します
Άρνηση (απλή)
在館しない
Άρνηση (ευγενική)
在館しません
Παρελθόν (απλό)
在館した
Παρελθόν (ευγενικό)
在館しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
在館しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
在館しませんでした
Τε-μορφή
在館して
Δυνητική
在館できる
Προστακτική
在館しろ
Βουλητική
在館しよう
Υποθετική (ば)
在館すれば