ならし

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ισοπέδωση εδάφους
  2. 02 προετοιμασία του εδάφους, θέτω τις βάσεις, προετοιμάζω το έδαφος
  3. 03 οδοστρωτήρας

Κλίση

Παρόν (απλό)
地ならしする
Παρόν (ευγενικό)
地ならしします
Άρνηση (απλή)
地ならししない
Άρνηση (ευγενική)
地ならししません
Παρελθόν (απλό)
地ならしした
Παρελθόν (ευγενικό)
地ならししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
地ならししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
地ならししませんでした
Τε-μορφή
地ならしして
Δυνητική
地ならしできる
Προστακτική
地ならししろ
Βουλητική
地ならししよう
Υποθετική (ば)
地ならしすれば