ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοινωνική θέση, κύρος, υπόσταση
  2. 02 θέση (σε εταιρεία, οργανισμό κ.λπ.), πόστο, βαθμός

Παραδείγματα

  • かれ地位ちいたかいです。

    Η θέση του είναι υψηλή.

  • 彼女かのじょ努力どりょくして、その地位ちいきずきました。

    Εκείνη, με προσπάθεια, κατάφερε να αποκτήσει αυτή τη θέση.

  • 現代社会げんだいしゃかいにおいて、個人こじん地位ちいたんなる肩書かたがききにとどまらず、そのひと実績じっせき能力のうりょくによって評価ひょうかされる傾向けいこうにあります。

    Στη σύγχρονη κοινωνία, η θέση ενός ατόμου δεν περιορίζεται σε έναν απλό τίτλο, αλλά τείνει να αξιολογείται βάσει των επιτευγμάτων και των ικανοτήτων του.