地取り
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 χωροθέτηση (π.χ. κάτοψη, κήπος), διάταξη
- 02 κατάληψη χώρου, απόκτηση γης, κέρδος εδάφους
- 03 προπόνηση που γίνεται στον δικό του στάβλο
- 04 συντομογραφία αστυνομική έρευνα πεδίου
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict