がた

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπίεση εδάφους, εξομάλυνση εδάφους
  2. 02 θεμελίωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
地固めする
Παρόν (ευγενικό)
地固めします
Άρνηση (απλή)
地固めしない
Άρνηση (ευγενική)
地固めしません
Παρελθόν (απλό)
地固めした
Παρελθόν (ευγενικό)
地固めしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
地固めしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
地固めしませんでした
Τε-μορφή
地固めして
Δυνητική
地固めできる
Προστακτική
地固めしろ
Βουλητική
地固めしよう
Υποθετική (ば)
地固めすれば