ごくちる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πηγαίνω στην κόλαση, πέφτω στην κόλαση, καταδικάζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
地獄に落ちる
Παρόν (ευγενικό)
地獄に落ちます
Άρνηση (απλή)
地獄に落ちない
Άρνηση (ευγενική)
地獄に落ちません
Παρελθόν (απλό)
地獄に落ちた
Παρελθόν (ευγενικό)
地獄に落ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
地獄に落ちなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
地獄に落ちませんでした
Τε-μορφή
地獄に落ちて
Δυνητική
地獄に落ちられる
Προστακτική
地獄に落ちろ
Βουλητική
地獄に落ちよう
Υποθετική (ば)
地獄に落ちれば