らい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πατάω σε νάρκη
  2. 02 ιδιωματισμός κάνω γκάφα, διαπράττω σοβαρό λάθος, δημιουργώ μπλεξίματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
地雷を踏む
Παρόν (ευγενικό)
地雷を踏みます
Άρνηση (απλή)
地雷を踏まない
Άρνηση (ευγενική)
地雷を踏みません
Παρελθόν (απλό)
地雷を踏んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
地雷を踏みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
地雷を踏まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
地雷を踏みませんでした
Τε-μορφή
地雷を踏んで
Δυνητική
地雷を踏める
Προστακτική
地雷を踏め
Βουλητική
地雷を踏もう
Υποθετική (ば)
地雷を踏めば