均す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ισιώνω, λειαίνω, εξομαλύνω, επιπεδώνω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα βγάζω τον μέσο όρο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 均す
- Παρόν (ευγενικό)
- 均します
- Άρνηση (απλή)
- 均さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 均しません
- Παρελθόν (απλό)
- 均した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 均しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 均さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 均しませんでした
- Τε-μορφή
- 均して
- Δυνητική
- 均せる
- Προστακτική
- 均せ
- Βουλητική
- 均そう
- Υποθετική (ば)
- 均せば
- Υποθετική (たら)
- 均したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 均したい
- Απαγορευτική (~な)
- 均すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 均しなさい
- Παθητική
- 均される
- Αιτιατική
- 均させる