きんとう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξισορρόπηση, εξομάλυνση

Κλίση

Παρόν (απλό)
均等化する
Παρόν (ευγενικό)
均等化します
Άρνηση (απλή)
均等化しない
Άρνηση (ευγενική)
均等化しません
Παρελθόν (απλό)
均等化した
Παρελθόν (ευγενικό)
均等化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
均等化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
均等化しませんでした
Τε-μορφή
均等化して
Δυνητική
均等化できる
Προστακτική
均等化しろ
Βουλητική
均等化しよう
Υποθετική (ば)
均等化すれば