坊主くさい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 υπερβολικά ευσεβής, υποκριτικά θρησκευόμενος, ιερατικός, καλογερίστικος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 坊主くさい
- Παρόν (ευγενικό)
- 坊主くさいです
- Άρνηση (απλή)
- 坊主くさくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 坊主くさくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 坊主くさかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 坊主くさかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 坊主くさくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 坊主くさくなかったです
- Τε-μορφή
- 坊主くさくて
- Υποθετική (ば)
- 坊主くさければ
- Υποθετική (たら)
- 坊主くさかったら