らす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στάζω, χύνω
  2. 02 κρεμάω, σακομανιάζω, αιωρώ

Παραδείγματα

  • みずたらす。

    Στάζει νερό.

  • 竿さおたらして、さかなります。

    Ρίχνω το καλάμι για να ψαρέψω.

  • かれ釣り糸つりいとみずうみたららし、しずかにさかながかかるのをっていた。

    Έριξε την πετονιά του στη λίμνη και περίμενε ήσυχα να τσιμπήσει κάποιο ψάρι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
垂らす
Παρόν (ευγενικό)
垂らします
Άρνηση (απλή)
垂らさない
Άρνηση (ευγενική)
垂らしません
Παρελθόν (απλό)
垂らした
Παρελθόν (ευγενικό)
垂らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
垂らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
垂らしませんでした
Τε-μορφή
垂らして
Δυνητική
垂らせる
Προστακτική
垂らせ
Βουλητική
垂らそう
Υποθετική (ば)
垂らせば