垂れ込むタレこむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καταδίδω, δίνω πληροφορίες (π.χ. στην αστυνομία), μαρτυρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
垂れ込む
Παρόν (ευγενικό)
垂れ込みます
Άρνηση (απλή)
垂れ込まない
Άρνηση (ευγενική)
垂れ込みません
Παρελθόν (απλό)
垂れ込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
垂れ込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
垂れ込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
垂れ込みませんでした
Τε-μορφή
垂れ込んで
Δυνητική
垂れ込める
Προστακτική
垂れ込め
Βουλητική
垂れ込もう
Υποθετική (ば)
垂れ込めば