める

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρέμομαι χαμηλά (για σύννεφα, ομίχλη κ.λπ.)
  2. 02 αρχαϊκό απομονώνομαι (πίσω από παραπέτασμα, στόρια κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
垂れ込める
Παρόν (ευγενικό)
垂れ込めます
Άρνηση (απλή)
垂れ込めない
Άρνηση (ευγενική)
垂れ込めません
Παρελθόν (απλό)
垂れ込めた
Παρελθόν (ευγενικό)
垂れ込めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
垂れ込めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
垂れ込めませんでした
Τε-μορφή
垂れ込めて
Δυνητική
垂れ込められる
Προστακτική
垂れ込めろ
Βουλητική
垂れ込めよう
Υποθετική (ば)
垂れ込めれば