Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
垂んとす
垂
垂
なりな
んとす
άλλο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αρχαϊκό
πλησιάζω, φτάνω κοντά (σε μια ορισμένη ηλικία κ.λπ.), επίκειμαι